Εκείνη αναζητούσε ένα βλέμμα για να σωθεί. Δεν γνώριζε ακόμη τι ακριβώς έψαχνε — ούτε τι θα συναντούσε όταν θα τολμούσε να κοιτάξει μέσα της.
Κάθ’ όλη τη διάρκεια της κηδείας των γονιών μου, ένιωθα σαν να πίεζε κάτι κοφτερό το κέντρο του στήθους μου. Κάτι που μου έκοβε την αναπνοή ενώ ταυτόχρονα απελευθέρωνε όλο το δάκρυ που κρατούσα μέσα μου για χρόνια, χωρίς να με ανακουφίζει. Δε μου προκαλούσε τρόμο και απελπισία μόνο η διαδικασία της ταφής, ούτε μόνο το υπαρξιακό αυτό κενό που οποιαδήποτε κόρη θα ένιωθε στη θέση μου. Μακάρι αυτό να ήταν το μόνο πένθος. Με τρόμαζαν οι αδιάλλακτες ερινύες. Η ζωή που δεν έζησαν οι γονείς μου εξαιτίας μου. Αυτή έκοβε το στήθος μου. Πονούσε πιο πολύ από ό,τι φανταζόμουν. Τόσο, ώστε να μην μπορώ να βρω στιγμιαία ανακούφιση ούτε στην αγκαλιά του στοργικού συζύγου που ήταν πάντα εκεί για να απαλύνει τις ενοχές που κουβαλούσα από παιδί. Τώρα πια δεν μπορούσε να τις σηκώσει ούτε αυτός. Ένιωθα το τέλος μου να πλησιάζει. Έπρεπε να πλησιάζει. Ούρλιαζε η ψυχή μου ότι το άξιζα. Θα έκανα την απόπειρα να με τιμωρήσω σύντομα. Κι αυτή τη φορά δε θα ήταν μια ακόμα αποτυχημένη απόπειρα. Το είχα πάρει απόφαση ότι δε θα άντεχα τον πόνο αυτής της ενοχής.
Όμως το αλάνθαστο ένστικτο επιβίωσης έστρεψε το βλέμμα μου -ξεραμένο από το κλάμα- σ’ εκείνον τον άγνωστο άντρα. Κάτι αρχέγονο μέσα μου μ’ έσπρωξε να αγκιστρωθώ από τη γοητευτική του αύρα. Στα μάτια μου φάνταζε απερίγραπτα δυνατός. Στην κατάσταση που ήμουν δε με ένοιαζε αν θα γινόταν αυτή η ορμή μου αντιληπτή από τον σύζυγο. Ήθελα μόνο να σωθώ από τις ερινύες. Το βλέμμα του ήταν άγριο αλλά γεμάτο από μια βεβαιότητα που μου θύμιζε κάτι ξεχασμένο από εμένα. Δεν ήθελα να τον αγγίξω, δεν ήθελα να τον πλησιάσω. Ήθελα μόνο να κρατήσω εκείνη τη μικρή μετατόπιση μέσα μου, εκείνη τη στιγμή που κατάλαβα ότι μπορώ ακόμη να νιώθω ζωντανή. Δεν ήταν έρωτας για τον άνθρωπο. Ήταν έρωτας για αυτό που έγινα εγώ όταν τον κοίταξα. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν σου κάνουν τίποτα. Και όμως σου ανατρέπουν τη θερμοκρασία. Μπαίνουν σε ένα χώρο και ο αέρας αλλάζει κατεύθυνση. Αλλά γιατί αυτός;
Τις επόμενες δέκα ημέρες το μυαλό μου τριγυρνούσε συνέχεια στο σκοτεινό εκείνο βλέμμα. Δεν ξέρω τι μου θύμιζε, δεν ξέρω γιατί το είχα τόση ανάγκη. Θα έκανα το παν για να το ξαναδώ. Ένιωθα σαν όλη μου η ύπαρξη να εξαρτιόταν από μια ακόμα τυχαία συνάντηση βλεμμάτων. Είχε καρφώσει το βλοσυρό βλέμμα του πάνω μου στην κηδεία; Ή το φαντάστηκα μέσα στον οίστρο ορμονών που δημιούργησε η απελπισία; Ενώ το πένθος με κατάπινε εκείνες τις ημέρες, στη σκέψη του ένιωθα κάτι επικίνδυνα ζωντανό να επιμένει. Ο σύζυγός μου με θεώρησε πολύ δυνατή. Όμως δεν ήξερε από πού αντλούσα αυτή τη δύναμη. Ούτε πώς θα κατέληγα αν δεν ξεδιψούσε ο νους μου από την πηγή δύναμης που κουβαλούσα κρυφά τόσες μέρες στα σωθικά μου. Αποφάσισα να πάω να τον βρω. Όχι για να ζήσω ένα γήινο παράνομο ειδύλλιο που σύντομα θα εξασθενούσε η φλόγα του. Ούτε καν με ένοιαζε αυτό. Διψούσα για ένα κοίταγμα,για μια κουβέντα. Δεν ήξερα πώς αλλιώς να ξεφύγω από αυτήν την άρρωστη εμμονή.
Πήγα στην τράπεζα που διηύθυνε. Βρήκα ένα καλό άλλοθι, εμφανίστηκα ως πελάτισσα. Με αναγνώρισε αμέσως και εξέφρασε τα συλλυπητήριά του για τον τόσο άτυχο θάνατο των γονιών μου. Ήταν οικογενειακοί φίλοι. Όσο κι αν προσπάθησα να βρω στη ματιά του εκείνη τη σπίθα που με θάμπωσε τη μέρα της κηδείας, δεν τα κατάφερα. Ναι, ήταν ένας γοητευτικός άντρας με πυγμή και άγριο σκοτεινό βλέμμα, αυτό δεν ήταν ιδέα μου. Ήθελα να αναβιώσω τη στιγμή που σκίρτησα στην κηδεία και επέμεινα. Παρέμεινα στο γραφείο του για μια ώρα με χίλιες δυο προφάσεις αλλά μάταια. Δεν υπήρχε ίχνος ερωτισμού στην ατμόσφαιρα που απλωνόταν ανάμεσά μας. Κι όμως κάτι με τραβούσε κοντά του. Κάτι οικείο στο σώμα και την ψυχή μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Δεν έμοιαζε σε τίποτα με τον πατέρα μου, κάτι που θα μπορούσε ίσως να δικαιολογήσει τούτον τον άρρωστο πόθο. Μάλλον ήταν το ακριβώς αντίθετό του, η αυτοπεποίθησή του υπερχείλιζε. Το ακριβώς αντίθετο κι από τον πράο σύζυγό μου. Δεν είχα καμία εξήγηση.
Το βράδυ της ίδιας μέρας που επισκέφτηκα την τράπεζα, είδα στον ύπνο μου τον γνωστό εφιάλτη. Η μητέρα μου, μου φώναζε όπως όταν ήμουν παιδί. «Είσαι μεγάλο βάρος, θα ήμουν ευτυχισμένη χωρίς εσένα», ούρλιαζε έξαλλη. Ο πατέρας μου έκλαιγε στην άκρη αδύναμος με εκείνο το αθώο δυστυχισμένο από το βάρος βλέμμα. Ξύπνησα τρομαγμένη, ανυπεράσπιστη και βαριά από ενοχές. Βίωνα το απόλυτο κενό εκείνο το ξημέρωμα. Δεν ήταν πένθος. Ήμουν παγωμένη. Είχα ανάγκη κάποιον να με υπερασπιστεί, σαν να ήμουν και πάλι παιδί. Κάποιον να με πιάσει από το χέρι, να μου πει ότι δεν φταίω και να μου δείξει τον δρόμο προς τη δύναμη, τη βεβαιότητα, την ασφάλεια, την ανακούφιση. Τούτη τη φορά, όμως, δεν είχα από πού να πιαστώ. Η κατασκευασμένη στην κηδεία εμμονή είχε γκρεμιστεί. Η άρρωστη ορμή για εκείνο το υποστηρικτικό, άγριο και γεμάτο δύναμη βλέμμα είχε υποχωρήσει μπροστά στην ανυπόφορα σκληρή πραγματικότητα. Ήμουν σε απόγνωση. Πήρα μερικά χάπια και ξανακοιμήθηκα.
Στον λιγοστό μου ύπνο ήρθε αμέσως το γνώριμο σκληρό βλέμμα του γοητευτικού άντρα που κοίταξα στην κηδεία. Με κοιτούσε τόσο λάγνα κι επίμονα που ένιωσα πιο ζωντανή από ποτέ. Ξύπνησα ανακουφισμένη, μα σε λίγα μόνο δευτερόλεπτα θυμήθηκα με τρόμο την αμείλικτη πραγματικότητα. Γύρεψα με αγωνία τον καθρέφτη. Είχα αποφασίσει να βρω αυτό το βλέμμα εκεί μέσα. Μέσα μου. Αυτή ήταν η μόνη λύση. Με κοίταξα κατάματα με όλη τη δύναμη της ψυχής μου. Όφειλα να με δυναμώσω, να με απαλλάξω εγώ και μόνο εγώ από το αυτοκαταστροφικό βάρος μου. Από την ανάγκη να αρπαχτώ από την πρώτη ουτοπία που θα εμφανιζόταν μπροστά μου για να βρει διέξοδο η αβεβαιότητα που με έπνιγε. Ήθελα όσο τίποτα να διατηρήσω το μυαλό μου σώο και απαλλαγμένο από πάθη. Πάλεψα επίμονα με τον καθρέφτη. Το βλέμμα μου, όπως το αντίκρυζα μέσα του, σκλήραινε σιγά σιγά. Γινόταν δυνατό, άγριο, αποφασιστικό. Ανακάλυπτα την εσωτερική μου δύναμη, ολοένα και περισσότερο. Σχεδόν πλησίασα την ηδονή της λύτρωσης. Ήρθε μια στιγμή που το εσωτερικό μου κενό πλημμύρισε από μια φαινομενικά ανεξάντλητη ησυχία.
Μα τότε ένας ξαφνικός ήχος ράγισε την επίφαση της γαλήνης. Ο καθρέφτης έγινε κομμάτια. Έντρομη κι απελπισμένη αντίκρυσα και πάλι τον άντρα με το γοητευτικό άγριο βλέμμα. Έστεκε ασάλευτος και αγέρωχος εκεί μπροστά μου.