Μια εικόνα θλίψης
Εκείνος ο βαθιά ριζωμένος φόβος ξυπνά ξανά και καταπλακώνει το σκοτεινό δωμάτιο. Θαρρείς και το μετατρέπει σε ερημωμένη πόλη χωρίς φως και ήχους. Εκκωφαντική σιωπή. Δεν ζει κανείς εδώ. Ψάχνω μάταια τριγύρω για ένα φοβισμένο ζωάκι. Έστω αυτό θα με γαλήνευε. Τρέμω ολόκληρη. Η επιβίωσή μου φαντάζει όνειρο απατηλό. Πώς μ’ εγκατέλειψα εδώ; Πού έφταιξα και έσβησαν οι φωνές και τα χρώματα; Ας έρχονταν πίσω στην πόλη οι κουρασμένες ανθρώπινες φιγούρες κι ας ψέλλιζαν κρίματα και θυμούς πίσω από τη σκυμμένη πλάτη μου. Διόλου δεν θα με πείραζαν παράπονα κι ωδίνες. Ακόμα κι η ωδή στην ανημποριά μου θα έμοιαζε με γλυκιά μελωδία που θρυμματίζει τούτη την απαίσια σιωπή ή με χάδι απαλό στο ζαρωμένο πρόσωπό μου. Δεν αντέχεται η τόση ησυχία. Πρέπει να βγω από δω, δεν υπάρχει ούτε ένα ανθρώπινο μαχαίρι να διώξει τον πόνο, ένας προδότης, ένας ληστής, κάποιος που να με μισεί τέλος πάντων. Η αναπνοή μου κόβεται όσο το κενό μεγαλώνει, το σκοτεινό δωμάτιο μικραίνει κι άλλο κι εγώ πρέπει να εφεύρω μια φωτεινή ηλιαχτίδα για να μην πεθάνω αμέσως. Είναι νωρίς για να πεθάνω, αυτό το θυμάμαι. Μου το είχε πει κάποιος τότε που υπήρχε ακόμα φως στο δωμάτιο, αλλά δεν θυμάμαι ποιος ήταν και γιατί βρισκόταν στο δωμάτιό μου.
Ξέρετε, ψεύδομαι αν λέω ότι δεν υπάρχουν τρόποι να γεμίσω το κενό. Τους ξέρετε κι εσείς, συνένοχοί μου είστε. Έγνοιες για τα καθημερινά, ανησυχίες για τα μελλοντικά, βολικές ενοχές για τα περαστικά. Κατόρθωμα μεγάλο η αέναη νάρκη του φόβου αλλά αρνούμαι να υποταχτώ σε ψευδαισθήσεις. Συνεχίστε, εγώ θα κουρνιάσω στο σκοτεινό δωμάτιο που θυμίζει εγκαταλελειμμένη πόλη, σαν μωρό που μάταια αποζητά τη μητρική θαλπωρή που κάποτε ονειρεύτηκε. Κι αν με πνίξουν ο τρόμος κι η απόγνωση, θα ξέρω τουλάχιστον πως πάλεψα με αήττητες χίμαιρες δίχως περισπασμούς ή ανούσιες ανησυχίες. Δεν συστήνομαι ως ήρωας και για να είμαι ειλικρινής, δεν μου άρεσαν ποτέ τα παραμύθια. Μια αλήθεια μόνο αναζητώ κι αυτή μονάχα απ’ όποιον τη διαθέτει ανόθευτη. Τώρα πρέπει να σας αφήσω όμως γιατί το βαθύ αυτό κενό λυσσομανά και πάλι. Μοιάζει με βοριάς που δεν χορταίνει να απειλεί την ερημωμένη πόλη. Και στην ψυχή μου, ούτε ένα παράθυρο…