Μια γυναίκα προσπαθεί να ξαναχτίσει τη ζωή της, παλεύοντας με τις σκιές του παρελθόντος και την ανάγκη να αποδεικνύει διαρκώς την αξία της. Μέχρι που ανακαλύπτει ποιος την περίμενε όλα αυτά τα χρόνια στη σιωπή.

Στέκομαι στην αίθουσα αναμονής με την πλάτη ίσια, σαν μαθήτρια που έχει διαβάσει καλά το μάθημά της. Πριν μια ώρα βγήκα από το κομμωτήριο και το πουκάμισό μου είναι τέλεια σιδερωμένο. Έχω μάθει εδώ και καιρό να φροντίζω τις λεπτομέρειες. Οι λεπτομέρειες πείθουν τους άλλους ότι ο άνθρωπος μπορεί να αλλάξει. Τον εαυτό μου; Τον έχω πείσει άραγε; Ή ακόμα περιμένω να βρω πρώτα ανακούφιση στο επιδοκιμαστικό βλέμμα του υποψήφιου εργοδότη; Τώρα πια φοβάμαι μόνο τα βλέμματα, όχι τις ουσίες. Είμαι αποφασισμένη να πω την αλήθεια μου, χωρίς περιστροφές και δικαιολογίες. Ξέρω καλά τις συνέπειες. Μια ακόμα άρνηση από φόβο. Δεν το κατακρίνω. Το κατανοώ. Δεν θα προσπαθήσω να με δικαιολογήσω κι ας νιώθω εκείνη τη γνώριμη παρόρμηση να εξηγήσω τα πάντα. Να απλώσω μπροστά του το παιδί που υπήρξα, σαν αποδεικτικό. Δεν θα το κάνω. Το παρελθόν εξηγεί. Δεν αθωώνει. Δεν θα τον κοιτάξω ικετευτικά. Θα τον κοιτάξω ίσια.

Τα πρώτα λεπτά της συνέντευξης κυλάνε ήρεμα, χωρίς εκπλήξεις και άγχος. Ώσπου ακούω την κρίσιμη ερώτηση: «Κι αυτό το κενό;». Παύση. Σκέφτομαι ότι αυτά τα τρία χρόνια σιωπής δεν ξέρω πώς να τα ονομάσω. Διάλειμμα; Πτώση; Θεραπεία; Οι λέξεις όταν τις λέω από μέσα μου ακούγονται καθαρές. Όταν όμως τις φαντάζομαι στο στόμα κάποιου άλλου γίνονται κατηγορίες. «Έκανα λάθη», είπα. «Και τα διόρθωσα. Ήταν χρόνια που έμαθα να στέκομαι αλλιώς». Παύση. Τον κοιτάζω επίμονα στα μάτια. Δεν είναι ότι έχω ανάγκη τη δουλειά. Έχω ανάγκη να με κοιτάξει χωρίς να δει μόνο «αυτό το κενό». Δεν δείχνει να καταλαβαίνει τι εννοώ, μα ούτε με ρωτάει περισσότερα. «Τί προσδοκίες έχετε από αυτή τη δουλειά;», έρχεται η επόμενη ερώτηση. Η πρώτη αυθόρμητη σκέψη που μου έρχεται είναι ότι θέλω να νιώσω άνθρωπος αλλά συγκρατώ τον εαυτό μου. Πώς να πω την αλήθεια; Πώς να πω ότι θέλω μόνο να κερδίσω την αυτοεκτίμησή μου; Ότι δεν έχω στ’ αλήθεια ανάγκη από χρήματα; «Θέλω να αναπτύξω νέες δεξιότητες, να εξελιχθώ, να σταθώ με αξιοπρέπεια σε κάθε πρόκληση και γιατί όχι να ξεπεράσω και τα όριά μου», απαντώ.

Μισή ώρα μετά περπατάω αργά κάτω από τη βροχή, αναρωτώμενη γιατί παρέλειψε να ρωτήσει τί μου συνέβη αυτά τα τρία χρόνια και διαισθανόμενη ότι έχω ελπίδες να μου ξανατηλεφωνήσει. Παίρνω μια βαθιά ανάσα κι επιταχύνω το βήμα μου. Μπορώ, εγώ το ξέρω ότι μπορώ.

Γιατί, όμως, δεν μπόρεσα νωρίτερα; Γιατί δεν ήμουν αρκετά σκληρή; Πότε άραγε θα μου το συγχωρήσω; Φέρνω πάλι στο νου μου τα λόγια του θεραπευτή στο πρόγραμμα απεξάρτησης. «Όσα σου συνέβησαν όταν ήσουν παιδί δεν καθορίζουν ποιος είσαι τώρα. Αλλά μπορούν να εξηγήσουν γιατί έψαχνες τρόπο να μη νιώθεις τόσο μόνη, αγχωμένη και φοβισμένη». Η ανακούφιση δεν έρχεται, ωστόσο. Περπατώ ακόμα πιο γρήγορα, λες και με σπρώχνει η ανάγκη να μαστιγώσω και πάλι τον εαυτό μου. Γιατί δεν μπόρεσα να βρω τη συντροφιά και την συμπόνια μέσα μου νωρίτερα; Tώρα θα με θεωρεί άχρηστη, δεν θα με προσλάβει ούτε αυτός. Γιατί; Γιατί; Γιατί;

Και ξαφνικά χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι αυτός: «Δε μπορώ να σας υποσχεθώ κάτι μόνιμο αλλά αν θέλετε ξεκινάτε τη Δευτέρα. Δοκιμαστικά.». Κλείνω το τηλέφωνο και μένω ακίνητη. Δε χαμογελάω αμέσως. Δεν ξέρω αν πρέπει. Ανοίγω το παράθυρο. Ο αέρας μπαίνει καθαρός. Παίρνω ανάσα. Έρχονται στο νου μου όλα εκείνα τα χρόνια που μπορούσα. Πριν χάσω το μυαλό μου. Πριν αρχίσουν οι παιδικές μνήμες να κυριεύουν τις ορμόνες μου, καθοδηγώντας τες στην ασυγχώρητη αυτοκαταστροφή. Από πού απέρρεε η δύναμή μου τότε; Κάτι μέσα μου γεννούσε συγκέντρωση, επιμονή κι αυτοπεποίθηση. Κάτι ή κάποιοι; Οι σκέψεις μου στροβιλίζονται άναρχα μέσα στο αποδιοργανωμένο μου μυαλό. Κάποιοι. Ναι, κάποιοι άλλοι. Όχι εγώ. Πάντα κάποιοι άλλοι. Πάντα χρειαζόμουν κάποιους άλλους να πιστεύουν σε μένα, λες και είχα απεκδυθεί πεισματικά του δικαιώματος να έχω τη δική μου πίστη. Κι έπειτα η σιωπή, το κενό. Όταν αυτοί οι άλλοι χάθηκαν, η πίστη στον εαυτό μου φάνταζε σαν προνόμιο που εγώ ειδικά δε δικαιούμουν. Όταν αυτοί οι άλλοι έδωσαν τη σκυτάλη στους αρνητές μου, στάθηκα ανυπεράσπιστη και άβουλη, έτοιμη να κατασπαραχθώ από το άγριο θηρίο των παιδικών μου παρορμήσεων. Αυτών που είχαν γεννηθεί όταν στ’ αλήθεια ήμουν παιδί. Ένα παιδί απροστάτευτο από τη βία, την ενοχή και την απομόνωση.

Πλησιάζω χαρούμενη στη νέα μου δουλειά. Είμαι αποφασισμένη ότι δεν θα αφήσω τυχόν επικριτικά βλέμματα να επηρεάζουν την αδιαπραγμάτευτη ικανότητά μου να πετύχω τον στόχο μου. Ξέρω ότι αν πιστέψω στον εαυτό μου, δεν θα επιτρέψω στο άγχος μου να γίνει θηλιά και καταδίκη. «Αυτό είναι το δικό σας γραφείο. Καθίστε. Σύντομα θα έρθει ο συνάδελφος που θα σας εκπαιδεύσει. Για ό,τι χρειαστείτε, μπορείτε να απευθυνθείτε σε μένα», μου λέει ευγενικά. «Σας ευχαριστώ για την ευκαιρία που μου δίνετε», απαντώ διστακτικά, ανησυχώντας ταυτόχρονα μήπως έχω επιτρέψει στην κρυμμένη ανασφάλειά μου να ασχημύνει την αύρα μου. Η υπόλοιπη μέρα κυλά ήρεμα και δημιουργικά. Οι ώρες περνούν αφήνοντας στο διάβα τους ίχνη χαράς και αισιοδοξίας στον ανακουφισμένο από αρνητικές σκέψεις νου. Για πρώτη μέρα, φαίνεται πως τα κατάφερα καλά κι ας μην μου ανέφερε κανείς τίποτα γι’ αυτό. Ένας συγκρατημένος ενθουσιασμός προπορεύεται της ακαταμάχητης ανάγκης μου για εξωτερική επιδοκιμασία. Θυμάμαι για μια ακόμη φορά ότι κάποτε προσπάθησα να καλύψω το έλλειμμα της τελευταίας με ουσίες που μου υποσχέθηκαν παρηγοριά. Σήμερα δεν με κατηγορώ. Ήμουν απλά ένας άνθρωπος που πονούσε.

Έχουν περάσει δύο εβδομάδες. Έχω αρχίσει να μπαίνω σιγά σιγά στο κλίμα της δουλειάς και να νιώθω ότι προσφέρω. «Φαίνεται ότι έχετε πολλή όρεξη για δουλειά. Ομολογώ ότι τα πάτε καλύτερα από ό,τι περίμενα», μου λέει. Αισθάνομαι τη φωνή του σαν φάρμακο που επουλώνει τις βαθιές πληγές του σκοτεινού παρελθόντος. Το γνώριζα ότι κατά βάθος μπορούσα. Αλλά μια σκοτεινή αβοήθητη πλευρά μου πάντα αμφέβαλε. Μια ανήλικη τραυματισμένη πλευρά που επίμονα αναζητούσε επικύρωση και μέχρι και σήμερα μαστίζεται από αμφιβολίες. «Κι αν κάτι δεν πάει καλά στο μέλλον; Κι αν μάθει τι κρύβω και αλλάξει γνώμη;», αναρωτιέμαι αλλά χαμογελάω ώστε να μην αντιληφθεί τις ταραχώδεις σκέψεις μου. «Θα κάνω το παν να κερδίσω την εμπιστοσύνη σας», του απαντώ. Αφοσιώνομαι και πάλι στη δουλειά. Άραγε έχω πείσει και τον εαυτό μου ότι δεν υπάρχουν υπολείμματα από το παρελθόν, ικανά να με καθοδηγήσουν σε ανεπιθύμητα πισωγυρίσματα; Κι αν κάνω λάθη; Θα τιθασεύσω τότε τη ροπή μου προς την ηττοπάθεια, χωρίς να κινδυνεύσω να βαδίσω σε νέα σκοτάδια; Ως πότε θα με νικά η εξάρτηση; Εξάρτηση από λόγια, λάθη, φόβους, πάθη. Δε θέλω να ζω έτσι. Βγαίνω από την εταιρεία και βαδίζω αργά και σταθερά προς το σταθμό λεωφορείων. Αναπνέω βαθιά. Όχι, δε νιώθω κουρασμένη. Δεν υπάρχει βάρος να με κουράζει πια. Δεν θέλω να υπάρχει.

Τρία χρόνια μετά….

Η ψυχική μου κατάσταση αγγίζει τα όρια μιας απροσδόκητης ευτυχίας. Τα καταφέρνω καλύτερα από ποτέ. Δεν ξέρω αν η επιτυχία μου είναι απότοκος εξωτερικής τύχης ή εσωτερικής αρμονίας. Δεν ξέρω τι θα είχε συμβεί αν οι άνθρωποι που με περιβάλλουν έμοιαζαν με τις άρρωστες σκιές από το παρελθόν. Ίσως να μην ξεπέρασα ποτέ την εξάρτηση. Ίσως να αναπνέω ακόμα μέσα από ξένες αύρες. Ένα μόνο ξέρω. Δε φοβάμαι πια την κόλαση του εαυτού μου. Ούτε των άλλων. Έχω πλέον τη συντροφιά που χρειάζομαι. Εκείνο το μικρό παιδί, το απροστάτευτο από τη βία, την απομόνωση και την ενοχή. Περπατάμε παρέα. Μπορώ πια και το συμπονώ, χωρίς να το βάζω στα πόδια. Και που ξέρεις; Ίσως κάποτε ξεχάσει..

Σχολιάστε