Είκοσι χρόνια ζωής. Ή μήπως είκοσι χρόνια επιβίωσης; Μια γυναίκα ξετυλίγει το νήμα της μνήμης της. Κι όσο μιλά, ένα ερώτημα αιωρείται: πόσο πόνο μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος πριν πάψει να ελπίζει;
Το όνομά μου είναι Τερέζα, κύριε διερμηνέα. Τερέζα Κεντάλ. Είμαι είκοσι χρονών. Ναι, κουβαλάω είκοσι χρόνια ζωής. Δηλαδή όχι ακριβώς ζωής. Βρείτε μια άλλη λέξη, σας παρακαλώ. Λένε ότι η ζωή είναι δώρο. Μα πείτε μου, τα δώρα δεν προσφέρουν χαρά; Δεν ένιωσα ποτέ χαρά. Ποια λέξη ταιριάζει στον πόνο, κύριε διερμηνέα;
Ανήκω στην αφρικανική φυλή Yanzi αλλά δεν ξέρω τί σημαίνει αυτό. Τί σημασία έχει ένα τόσο τυχαίο γεγονός; Δεν το διάλεξα εγώ. Οποιοσδήποτε λευκός θα μπορούσε να είναι στη θέση μου αλλά αυτό δεν περνά από το μυαλό όσων με κοιτούν με περιφρόνηση. Το να είσαι περήφανος για την καλή σου τύχη δεν είναι παρά μια κουταμάρα. Πώς γίνεται να υπάρχουν τόσο κουτοί άνθρωποι; Μάλλον θα είναι κι αυτό ένα τυχαίο γεγονός. Ας μην περιφρονούμε τους κουτούς, λοιπόν.
Ζούσα στην Κινσάσα της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό αλλά δεν ξέρω πως είναι εκεί, δεν βγήκα ποτέ έξω. Μην εκπλήσσεστε, κύριε διερμηνέα. Ούτε οι ισόβια καταδικασμένοι βλέπουν φως και δέντρα. Το ξέρω ότι αυτοί έκαναν έγκλημα ενώ εγώ απλά ήρθα στη ζωή. Έτσι είναι ο κόσμος. Υποθέτω ότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Έτσι δεν λένε;
Όχι, δεν είχα ποτέ στη ζωή μου διαβατήριο ή ταυτότητα. Έχουν τα ζώα ταυτότητα; Έχω μορφή ανθρώπου. Υποθέτω ότι κάποτε θα είχα και ανθρώπινη ψυχή. Είναι βαρύ φορτίο τα ανθρώπινα συναισθήματα. Όταν σε πλακώνουν, τα θάβεις για να επιβιώσεις. Μένει μια ανθρώπινη φιγούρα που απλά υπάρχει.
Οι γονείς μου; Δεν θυμάμαι πώς είναι να έχει κάποιος γονείς. Αφού ο πατέρας μου εξαφανίστηκε στην στρατιωτική αποστολή, η μητέρα μου δεν μπορούσε να μας αναθρέψει κι έφυγε από τη χώρα. Ήμουν πέντε ετών. Τότε έγινα δούλα του θείου μου. Με χτυπούσε όταν δεν έκανα τις δουλειές του σπιτιού όπως έπρεπε. Πιστέψτε με αυτό δεν πονούσε όσο όσα ακολούθησαν. Με πούλησε στην οργάνωση. Η οργάνωση αγόραζε ή απήγαγε παιδιά και τα χρησιμοποιούσε ως σκλάβους. Έξι ετών σκλάβα και φυλακισμένη. Ακόμα και σήμερα δεν μπορώ να βλέπω παιδιά να γελούν και να παίζουν. Δεν θέλω να ξέρω πώς νιώθουν. Δεν θέλω να ξέρω ότι υπάρχει ένας άλλος κόσμος για μικρά παιδιά. Δεν τόλμησα ποτέ να τον ονειρευτώ. Τα όνειρα πονάνε, κύριε διερμηνέα.
Μία μέρα που δεν μπορούσα άλλο να κάνω ό,τι ήθελαν, με ξυλοκόπησαν, μου έσπασαν το χέρι και με χτύπησαν στο κεφάλι με ένα αντικείμενο που δε θυμάμαι τώρα αν ήταν πλαστικό ή σίδερο. Ούρλιαζα από τον πόνο. Έμεινα ανάπηρη και χαζή. Έλεγα ασυναρτησίες, ο κόσμος γελούσε μαζί μου κι εγώ δεν καταλάβαινα τί γινόταν γύρω μου. Πέρασε καιρός ώσπου να αποκτήσω ξανά συνείδηση της πραγματικότητας. Μέχρι σήμερα όμως υπάρχουν στιγμές που πιάνω τον εαυτό μου να μιλάει μόνος του ή να ξεχνάω πράγματα. Τώρα που το ξανά σκέφτομαι θα ήθελα να μπορώ να ξεχνάω περισσότερα. Όμως οι επίπονες αναμνήσεις δεν με εγκαταλείπουν έτσι εύκολα. Είμαι πολύ κουρασμένη, κύριε διερμηνέα. Θα μπορούσα να πιώ λίγο νερό;
Όταν έγινα δέκα ετών, άρχισαν να μου φέρνουν άντρες στο δωμάτιο. Επτά ή οχτώ τη μέρα. Και στα υπόλοιπα παιδιά, ναι. Όταν δεν έκανα καλά ό,τι επιθυμούσαν ή αντιστεκόμουν, με χτυπούσαν. Έπρεπε λοιπόν όχι μόνο να το κάνουμε αλλά και να ικανοποιούμε τον πελάτη. Πώς να το κάνει αυτό ένα παιδί δέκα ετών; Κάποιες κοπέλες σκοτώθηκαν από το ξύλο. Ζούσαμε μέσα στο φόβο, στον τρόμο. Η οργάνωση ήθελε άτομα τα οποία μπορούσαν να της προσφέρουν αυτό που παρείχε στους πελάτες. Αν δεν μπορούσες, σε σκότωναν. Όχι, όχι, εμείς δεν παίρναμε χρήματα ποτέ. Τί να τα κάναμε άλλωστε; Τα χρήματα είναι για τους ελεύθερους ανθρώπους. Εμείς δεν ήμασταν ούτε ελεύθεροι, ούτε άνθρωποι… Αν βγαίναμε έξω; Πού εννοείτε; Μα φοβόμουν να βγω στην αυλή του οικοπέδου. Ήξερα ότι κάποιες εξαφανίστηκαν. Όσο λιγότερο μας έβλεπαν, τόσο καλύτερα ήταν. Ο ήλιος δεν είναι για όλους πηγή χαράς. Το σκοτάδι μου έδινε ασφάλεια. Μέχρι σήμερα φοβάμαι το φως. Κι αν το φως δίνει ελπίδα, εγώ φοβάμαι και αυτήν. Σας το ξανάπα, τα όνειρα πονάνε.
Κάποια παιδιά τα πουλούσαν σε οργανώσεις άλλων χωρών. Όχι, δεν ξέρω ποιοι κρύβονται πίσω από την οργάνωση, μη με ρωτάτε. Το προσωπικό της οργάνωσης μας έλεγε ότι είναι υψηλόβαθμοι και πολιτικοί κι ότι αν το σκάσουμε, θα μας βρουν και θα μας σκοτώσουν. Εγώ τότε ήθελα να ζήσω. Αλήθεια, δεν ξέρω γιατί το ήθελα αυτό. Το ένστικτο επιβίωσης είναι σαν λυσσαλέο ζώο που δεν νιώθει οίκτο μπροστά στον ανθρώπινο πόνο.
Όταν έμεινα έγκυος από πελάτη και αφού κράτησα το παιδί στην αρχή, μου το πήραν ώστε να συνεχίσω τη δουλειά. Σκίστηκε η καρδιά μου στα δύο, όπως είχε σκιστεί και το σώμα μου στον πρώτο βιασμό. Ο ίδιος πόνος. Άραγε είχε νιώσει έτσι και η μητέρα μου, όταν μας άφησε; Φρόντιζαν το μωρό μου μαζί με τα άλλα μωρά που είχαν απαγάγει και δεν μπορούσα να το βλέπω. Η μητέρα μου δεν γνώριζε το μέλλον μου όταν με γέννησε. Εγώ γνώριζα το μέλλον του μωρού μου. Όμως δεν έκλαψα ποτέ ξανά γι’ αυτό. Γίνεται κάτι μαγικό μερικές φορές και απλά δεν μπορείς να κλάψεις, λες κι ο πόνος που αισθάνεται το παιδί σου και σε τελική ανάλυση ο πόνος που αισθάνεσαι εσύ εξαρτάται απλά και μόνο από τη δύναμη του νου. Ίσως και να είχα καταφέρει να πιστέψω ότι ο πόνος μας δεν ήταν τόσο σκληρός τελικά. Είχα τόση δύναμη ή δεν είχα μητρικό ένστικτο; Δεν πιστεύω πια ότι υπάρχουν άνθρωποι χωρίς καρδιά. Το λυσσαλέο ζώο που σας ανέφερα παγώνει την καρδιά.
Στα δεκαεπτά μου, γράφτηκε το όνομά μου στη λίστα των ατόμων που θα πωλούνταν σε νέα αφεντικά στην πόλη Γκόμα. Λίγο πριν μεταφερθώ εκεί, γνώρισα κάποιον πελάτη αστυνομικό που χωρίς να το ξέρω, οργάνωσε τη δραπέτευσή μου κατά τη μεταφορά. Το όνομά του ήταν Πιερ. Συνεννοήθηκε με κάποιον από το φορτηγό να με αφήσουν στο δάσος. Όταν άκουσα το φορτηγό να φεύγει αναστατώθηκα. Δεν μου είχε πει κάτι. Άρχισα να περπατώ χωρίς να ξέρω πού πάω. Βρέθηκα σε μία άσφαλτο, όπου ένα στρατιωτικό τζιπ με παρέλαβε. Κανείς δεν μου έλεγε τί συνέβαινε. Δεν ήξερα αν θα ζήσω ή αν θα πεθάνω. Ήμουν σε μία τρομακτική κατάσταση. Φοβόμουν τα πάντα και τους πάντες. Έσκυψα το κεφάλι, δεν είπα τίποτα και τους ακολούθησα. Συγγνώμη για την εικόνα αλλά περπατούσα σαν ζώο. Πραγματικά αυτό ήμουν. Ένα σκυθρωπό πληγωμένο ζώο. Βρέθηκα σε ένα σπίτι που το φρουρούσαν αστυνομικοί. Μου έδιναν φαγητό και νερό και κάποιες φορές μετά τα μεσάνυχτα ερχόταν ο Πιερ. Ελάχιστες φορές τον είδα καθαρά. Τις άλλες φορές απλά ήξερα ότι πέρασε από πάνω μου. Με νάρκωναν και δεν ξέρω τί έκανε στο σώμα μου. Έτσι κι αλλιώς, δεν μου ανήκε ποτέ αυτό το σώμα. Θα αναρωτιέστε αν συνέβαινε κάτι διαφορετικό με την ψυχή μου. Παιδί χωρίς γονείς, μάνα χωρίς παιδί, άνθρωπος χωρίς σώμα. Ο φόβος δεν μαρτυρά ίχνη ψυχής;
Κάποια μέρα μου είπαν ότι ο Πιερ είχε φτιάξει ψεύτικο ταξιδιωτικό έγγραφο και είχε τακτοποιήσει την έξοδό μου από τη χώρα. Δεν μπορούσα να παραμείνω άλλο στη χώρα μου. Όποιος βγαίνει από την οργάνωση αναζητείται. Τον σκοτώνουν για να μην μαθευτούν τα μυστικά της οργάνωσης. Και ο Πιερ διέτρεχε κίνδυνο από τη στιγμή που με πήρε απ’ αυτούς. Στην Τουρκία με παρέλαβαν από το αεροδρόμιο δύο άτομα, ένας άντρας και μία γυναίκα. Έγχρωμοι ήταν κι αυτοί σαν εμένα. Με πήγαν σε ένα σπίτι που διέμεναν Τούρκοι, Άραβες και άλλες γυναίκες. Ήμουν η μόνη μαύρη. Τις γυναίκες μας εξανάγκαζαν σε πορνεία. Μία μέρα τους είπα ότι θα πάω να ψωνίσω και εξαφανίστηκα. Φόβος; Πόνος; Δύναμη; Ίχνη ψυχής; Στην οργάνωση είχα συνηθίσει. Στο άγνωστο σπίτι στην Τουρκία δεν ήταν το ίδιο. Φοβόμουν περισσότερο; Πάντως έμεινα άστεγη. Δεν είχα κανέναν. Ο κόσμος εκεί είναι ενάντια του χρώματός μου, όπως καταλαβαίνετε. Με βρίζανε και με φτύνανε. Είχα αδυνατίσει πολύ. Κάποιοι έγχρωμοι μου βρήκαν δουλειά σε βιομηχανία υφασμάτων και μάζεψα τριακόσια δολάρια με τα οποία θα περνούσα στην Ελλάδα. Αχνοφάνηκαν αχτίδες ελπίδας. Ένιωσα για λίγο άνθρωπος κι ας φοβόμουν το άγνωστο. Ο ανυποχώρητος αυτός φόβος βγήκε αληθινός. Στη διαδρομή συναντήσαμε φρουρούς. Αυτό έγινε κάποια στιγμή που ήμασταν έξω από το λεωφορείο. Τότε οι διακινητές μας φώναξαν να τρέξουμε να μπούμε μέσα. Δεν μπορούσα να τρέξω γρήγορα. Έτσι κάποιοι λευκοί άντρες με πιάσανε. Αργότερα με βίασαν. Οικείος ο πόνος και ίσως όχι πια πιστευτός. Δεν θα σας κουράσω, λοιπόν, με άλλες λεπτομέρειες. Δεν έχει σημασία πώς κατάφερα να φτάσω στην Ελλάδα. Βρέθηκα τελικά στο camp της Σάμου. Δεν ξέρω αν αυτό που ένιωθα ήταν χαρά γιατί δεν γνωρίζω αυτό το συναίσθημα. Ίσως δεν υπήρχε χώρος μέσα μου για χαρά. Ήμουν κουρασμένη ή ήταν αργά πια; Όχι, δεν είναι ποτέ αργά για να χαρεί κάποιος. Κάποιος άλλος όμως. Όχι εγώ. Μια μέρα ενώ κοιμόμουν στη σκηνή μου, ένας Αφρικανός μπήκε και… Άραγε με πιστεύετε, κύριε διερμηνέα; Έσβησαν κι οι τελευταίες μου ελπίδες. Όταν ήρθα στην Αθήνα νοσηλεύτηκα για λίγο σε ψυχιατρική κλινική μετά από απόπειρα αυτοκτονίας. Έπρεπε να είχα βρει τη δύναμη να το κάνω νωρίτερα. Τελικά ναι, είναι πολύ αργά πια.
Αυτή ήταν η ιστορία μου αλλά γιατί τα ρωτάτε όλ’ αυτά; Μου είπαν να έρθω σε αυτό το γραφείο για την άδεια διαμονής. Λυπάμαι αλλά δεν καταλαβαίνω τί με ρωτήσατε τώρα. Τι εννοείτε στόχους; Τι νιώθω; A, όχι, όχι, δε νιώθω τίποτα. Παίρνω αγωγή από τον ψυχίατρο για να μπορέσω να έχω λίγο ύπνο. Ναι, μου αρκεί. Δεν θέλω κάτι άλλο. Μόνο να μην φοβάμαι. Θα κάνω ό,τι μου πούνε. Αρκεί να μην γυρίσω πίσω. Μου είπαν ότι θα είναι καλά στην Ελλάδα. Άκουσα όμως ότι δεν θέλουν πια πρόσφυγες εδώ. Δεν ξέρω το λόγο. Όχι δεν είμαι θυμωμένη. Απλά φοβάμαι, κύριε διερμηνέα.