Γιατί κάποια όνειρα, ακόμα κι όταν δεν πραγματοποιούνται, βρίσκουν τον τρόπο να γίνονται θαύματα

Μια χειμωνιάτικη μέρα του 2012:

Αμέσως μόλις άνοιξε τα μάτια της, εκείνος ο απρόσκλητος αλλά αχώριστος σύντροφός της, ο φόβος, την καλημέρισε με την οικεία ξετσιπωσιά του. Για να αμυνθεί προσπάθησε κοπιωδώς να εντυπώσει για λίγα δευτερόλεπτα στο μυαλό της το γαλήνιο όνειρο που της είχε χαρίσει ο λιγοστός της ύπνος. Μάχη σώμα με σώμα. Σκέφτηκε ότι τα δικά της όνειρα μάλλον την εγκατέλειπαν τρομαγμένα όχι τόσο από τον ήχο του ξυπνητηριού, όσο από το φάντασμα του φόβου που είχε απλωθεί ανενόχλητο σ’ ολόκληρο το δωμάτιο. Παράτησε την απέλπιδα προσπάθεια και έψαξε για τσιγάρο. Κάποτε ο καφές ήταν το πρώτο που είχε ανάγκη. Τώρα πια, όμως, μετά την πρωινή συνάντηση με την πραγματικότητα, η υπερέντασή της ήταν τόσο μεγάλη που ο καφές είχε καταντήσει αχρείαστος και άγευστος. Πήγε κατευθείαν στη βεράντα να ανάψει το τσιγάρο. Το ρουφούσε με απελπισία. Ούτε μία χαραμάδα ελπίδας δεν είχε απομείνει στην κατάκοπη ψυχή της. Τα παρηγορητικά λόγια της μητέρας της που την πλησίασε αποκαρδιωμένη της θύμισαν παράσιτα ραδιοφώνου: «όλα θα φτιάξουν, είναι αρχή ακόμα, θα σου μάθει τη δουλειά και θα σου δώσει κάποια χρήματα αργότερα, δεν μπορεί να είναι τα πράγματα έτσι όπως πιστεύεις. Όσο για τον τρόπο του, έτσι μιλάει αυτός. Παλιά συντηρητική γενιά, τί περιμένεις; Κι αν είναι τόσο μαλάκας όπως λες, θα βρούμε άλλον δικηγόρο να πας. Για όλα τα παιδιά σήμερα είναι δύσκολα τα πράγματα. Μπορεί αργότερα να περάσεις στο διαγωνισμό, μην το αποκλείεις..».

Τα λόγια της ακούγονταν σαν δανεισμένα από ταινία επιστημονικής φαντασίας. Ήταν τέτοιος ο τρόμος της εκείνους τους μήνες που ακόμα και οι υπότιτλοι στην τηλεόραση χοροπηδούσαν ανεξέλεγκτοι μπρος στα μάτια της, πόσο μάλιστα το περιεχόμενο των τόμων που έπρεπε να διαβάσει για τον επικείμενο διαγωνισμό. Άντε να εξηγήσεις τώρα ότι ο τρόμος εξαφάνιζε αστραπιαία τη δυνατότητα συγκέντρωσης. Όσο για την αισιοδοξία της μητέρας της ότι στην επαρχία θα φανερώνονταν σαν από μηχανής θεοί δικηγόροι για τους οποίους θα μπορούσε να εργάζεται επί πληρωμή, αυτό έμοιαζε εξίσου ουτοπικό με την πεποίθηση της Αφρικανής μετανάστριας ότι θα δουλέψει σαν καθαρίστρια κι όχι σαν πόρνη.

Στο τελευταίο δικηγορικό γραφείο που εργάστηκε στην Αθήνα, έπαιρνε πεντακόσια ευρώ, οι άνθρωποι εκεί την αντιμετώπιζαν με ευγένεια και ανθρωπιά κι όλα αυτά τα αυτονόητα δεν τα είχε συναντήσει στα προηγούμενα γραφεία της αφιλόξενης πρωτεύουσας. Αλλά τότε έκανε το καθοριστικό λάθος. Εκείνος ο μόνιμα κολλιτσίδας σύντροφός της, ο φόβος, δεν της επέτρεψε να σκεφτεί καθαρά. Της μουρμούριζε αδιάκοπα τις ίδιες φράσεις: «Πώς θα πληρώνεις το ενοίκιο μόνη σου, αν παραμείνεις στο δικηγορικό γραφείο και πληρώνεις και τις εισφορές; Νομίζεις ότι θα σου δώσει παραπάνω λεφτά; Ως πότε θα στέκεσαι όρθια μέχρι τις 9 το βράδυ με τόσο κακή υγεία;». Τον άκουσε υποταγμένη κι έφυγε λαχανιασμένη από την άλλοτε αγαπημένη Αθήνα, ψάχνοντας σωτηρία στα ήσυχα πάτρια εδάφη. Λογάριαζε χωρίς τον αμείλικτο ξενοδόχο όχι λόγω αφέλειας αλλά γιατί το μυαλό της είχε μεγάλη ανάγκη να αυταπατηθεί για να διατηρηθεί για λίγο ακόμα σώο. Περνάνε χρόνια για να μάθεις αυτή την δουλειά και ένα λεπτό για να την μισήσεις όταν σου προσφέρει δυστυχία ως μοναδικό αντάλλαγμα. Βέβαια και να την ήξερε τη δουλειά, εκεί που βρέθηκε τώρα, στον περίφημο μεγαλοδικηγόρο της επαρχιακής πόλης, δεν υπήρχε ψήγμα ελπίδας να λάβει δείγματα μισθού. Ούτε τώρα, ούτε ποτέ.

Εισέβαλλε αλύπητα στο μυαλό της η μαστιγωτική σκέψη ότι οι απόφοιτοι όλων των υπολοίπων πανεπιστημιακών σχολών, ακόμα κι αυτών που θα μπορούσε να πιάσει στις πανελλήνιες χωρίς να θυσιάσει όλη την παιδική της ηλικία, πληρώνονταν με τον πολυπόθητο κατώτατο μισθό μετά την αποφοίτησή τους. Αν βέβαια είχαν την τύχη να βρούνε οποιαδήποτε δουλειά. Πόσα πέρασε από παιδί για να καταφέρει να σπουδάσει στην πρώτη σε μόρια σχολή, μήπως ζήσει ανέμελα έστω ως ενήλικη! Παιδική, εφηβική και φοιτητική ζωή μηδέν εις το καταθλιπτικό πηλίκο. Η υγεία της παρέμεινε κλονισμένη. Μόνη ανταμοιβή η απαξίωση. Δεν ήλπιζε σε δικαίωση. Δεν ήλπιζε να νιώσει κανονική, ούτε να πάψει να μένει στο πατρικό της. Και δεν έφταιγαν μόνο τα μνημόνια που θέριζαν εκείνα τα χρόνια την χώρα, αλλά και το καθεστώς της διαδεδομένης στο δικηγορικό κόσμο νομιμότατης απλήρωτης -εν είδει μάθησης- εργασίας. Κρατούσε ερμητικά κρυφή την επιθυμία αμετάκλητης φυγής από την αφόρητη ύπαρξή της, ώστε να πραγματώσει ανεμπόδιστα τον ιδεασμό της, σε περίπτωση εύρεσης ανώδυνου τρόπου τερματισμού της συναισθηματικής κόλασης που βίωνε. Έσβησε το τσιγάρο και κατέβηκε στην κουζίνα για να φτιάξει τον άγευστο καφέ πριν φύγει για το άγευστο γραφείο.

Το βράδυ της ίδιας χειμωνιάτικης μέρας:

Όσο πλησίαζε προς την Άρεως 24, τόσο απομακρύνονταν από την ψυχή της οι κακόβουλοι δαίμονες, σαν ξορκισμένοι. Ανέπνεε ξανά. Σε λίγο θα έβλεπε την «Ονείρων Θαύματα» και θα ηρεμούσε. Θυμήθηκε την αφελή σκέψη που είχε κάνει την πρώτη μέρα που είχε παρακολουθήσει πρόβα τους: «Θα δουλέψω σαν δικηγόρος στην Λάρισα για να μείνω για πάντα εδώ μαζί με αυτούς. Ποτέ ξανά Αθήνα». Εκείνη την ημέρα είχε υπάρξει για λίγες ώρες ολοκληρωτικά ευτυχισμένη και αποφασισμένη. Ήταν θέμα χρόνου η πραγματικότητα να εκδιώξει το όνειρο και ο φίλος της ο φόβος να καταδυναστεύσει την στιγμιαία εκείνη πυγμή. Βέβαια, αν και εκείνο το όνειρο πήρε το δρόμο της προσφυγιάς, η αγάπη για αυτή τη θεατρική ομάδα ξεκούρασε για λίγο την ραγισμένη ψυχή της. Η σκηνή όπου γίνονταν οι ατέλειωτες πρόβες έμοιαζε βγαλμένη από άλλη ονειρική εποχή. Οι πανέξυπνες χιουμοριστικές ατάκες των μελών της ομάδας πότιζαν καθημερινά τον μαραμένο κήπο των παιδικών της ονείρων με την ελπίδα να ξανά ανθίσει. Οι προοδευτικές ιδέες τους ανέδυαν οσμές ελπίδας. Η ομαδική ανάγνωση θεατρικών έργων την ταξίδευε σε κόσμους που από παιδί κρυφοκοίταζε ελπίζοντας να μην την πάρουν χαμπάρι οι δαίμονές της και της χαλάσουν το όνειρο. Πάρκαρε το ποδήλατο στην είσοδο και μη χάνοντας χρόνο ανέβηκε αμέσως στο όχημα της χαράς.

Κυλούσαν οι εποχές έτσι, παρέα με το θυμό τα πρωινά και το θέατρο τα βράδια. Ο γραφικός της ρόλος, ως σύζυγος ναυάρχου, στην φανταστική κωμωδία που ανέβασαν, την βοήθησε να ξεχάσει για λίγο την κακόγουστα σκηνοθετημένη τραγωδία όπου συμμετείχαν σύσσωμοι όσοι από τη γενιά της είχαν παραμείνει στην Ελλάδα εν καιρώ οικονομικής κρίσης. Δεν την άγγιζαν καν οι φασιστικές και ρατσιστικές ιδεολογίες που βασίλευαν στο δικηγορικό γραφείο, όπου έκανε τις εμφανίσεις της τα πρωινά, παριστάνοντας την εργαζόμενη. Την δυνάμωσε η ενέργεια του θεατρικού της καταφυγίου. Ο τρόμος της ανεργίας και η θλίψη για τους ματαιωμένους κόπους της έμελλαν να την βυθίσουν ξανά στα σκοτάδια της, αλλά ώσπου να γίνει αυτό, πρόλαβε να γνωρίσει τη μαγεία του θεάτρου, το γέλιο, την αστείρευτη θετική ενέργεια και την αξιοζήλευτη συντροφικότητα σπάνιων, αυθεντικών κι ανοιχτόμυαλων ανθρώπων που ξέρουν να μετουσιώνουν τους εφιάλτες σε όνειρα και τα όνειρα σε θαύματα.

Μέσα στην επόμενη δεκαετία, πολλά ακόμα όνειρα γκρεμίστηκαν και απροσδόκητα θαύματα γεννήθηκαν. Η πολύβουη πρωτεύουσα έμελλε να φανερώσει το καλό της πρόσωπο και η πόλη που γεννήθηκε να χαραχτεί στην καρδιά της ως ένας τόπος, όπου ενίοτε συμβαίνουν και θαύματα. Ονείρων θαύματα. Τους βλέπει ακόμα στον ύπνο της και κάθε φορά που επισκέπτεται τη γενέτειρά της, περνάει κρυφά έξω από την Άρεως 24.

Σχολιάστε