Κάθε φυγή υπόσχεται μια καινούργια αρχή. Μα τι συμβαίνει όταν αυτό που προσπαθείς να αφήσεις πίσω σου ταξιδεύει πάντα μαζί σου;

Ανοίγοντας το γαλάζιο παραθυρόφυλλο, εισέπνευσε όλες εκείνες τις αγαπημένες μυρωδιές της φύσης που η μοίρα επιτέλους απόθεσε απλόχερα στα πόδια της. Τα αποκαΐδια των απραγματοποίητων ονείρων της έδωσαν την θέση τους σε μια απέραντη γαλήνη που ούτε καν είχε φανταστεί ότι υπήρχε στ’ αλήθεια. Δεν μπορούσε ακόμα να πιστέψει ότι το αρμονικό τραγούδι των πουλιών θα τη συντρόφευε στο εξής κάθε ηλιόλουστο πρωινό παρέα με σπιτικές χωριάτικες γεύσεις που είχε ξεχάσει από καιρό. Ένιωσε ότι τα γεμάτα σοφία δέντρα και τα πολύχρωμα λουλούδια την περίμεναν ακούραστα εδώ και πολλά χρόνια πλάι στα πέτρινα μονοπάτια του χωριού που έμελλε να είναι το μυστικό της πράσινο καταφύγιο. Ο διορισμός της εδώ δεν ήταν παρά μια ευκαιρία να αφοσιωθεί στην τέχνη υπό την σκέπη ενός καταγάλανου ουρανού που θα την προμήθευε με έμπνευση και καθαρό αέρα. Είχε ανάγκη αυτήν την ονειρεμένη αποθεραπεία όσο τίποτα άλλο στην ζωή της και σίγουρα πολύ περισσότερο από τις αυταπάτες πάνω στις οποίες είχε χτίσει ως τώρα ολάκερη τη ζωή της. Ανυπομονούσε να γνωρίσει τους ανθρώπους του χωριού για να τη μυήσουν στην ήσυχη καθημερινότητα που τόσο είχε λαχταρήσει όσο περπατούσε ανάμεσα στις γιγάντιες δύσμορφες πολυκατοικίες, τους στενούς βρώμικους δρόμους και τις πολύβουες λεωφόρους. Περπάτησε ευτυχισμένη ως το δημαρχείο όπου θα εργαζόταν, για περίπου δέκα λεπτά, μη μπορώντας να πιστέψει ότι δεν θα χρειαζόταν να στοιβαχτεί στο αποκρουστικό μετρό της πρωτεύουσας για πάνω από μια ώρα.

Οι μέρες κι οι εποχές περνούσαν ανενόχλητες, τα διηγήματά της πλήθαιναν και το παιδικό της πιάνο ζωντάνευε κάθε τόσο για να της κάνει παρέα. Ήταν σχεδόν η μόνη της συντροφιά καθώς οι άνθρωποι του χωριού διέφεραν από εκείνη περισσότερο από όσο περίμενε. Κανένας απ’ αυτούς δεν έμοιαζε έστω και κατ’ ελάχιστον με τις φίλες, τις παρέες και τους έρωτες που είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει, ερχόμενη εδώ. Ενίοτε αυτή η παραφωνία την άφηνε αδιάφορη καθώς ήταν συνηθισμένη στην απομόνωση από μικρό κοριτσάκι. Θυμόταν καλά ότι οι άνθρωποι που είχε αφήσει πίσω δεν την είχαν εμποδίσει να μισήσει την δύσοσμη τσιμεντούπολη. Η ακατανόητη ανάγκη της για άπλετη μοναξιά παραξένευε ακόμα κι αυτούς, άλλωστε. Ο Αριστείδης ήταν από τους λίγους που της επέτρεπε να βυθίζεται στα σκοτάδια της αδιαμαρτύρητα κι οι κολλητές της ήταν οι μόνες που αποδέχονταν ως απολύτως φυσιολογική την από χρόνια ειλημμένη απόφασή της να μην φέρει παιδιά σε τούτο τον αδυσώπητο κόσμο. Της είχαν λείψει όλοι τους πολύ, πάντως. Υπήρχαν στιγμές που μετάνιωνε για την απόφασή της να αποδεχτεί τον νέο διορισμό κι ας μην το παραδεχόταν ούτε στον ίδιο της τον αποκαμωμένο εαυτό. Κάθε φορά που ο τελευταίος την τσιγκλούσε, γυρνούσε πεισμωμένη και του έλεγε «Ο δαίμονας δεν με άφηνε ήσυχη ούτε όταν ήμουν μαζί τους, γι’ αυτό ήρθα στη φύση!».

Μια μέρα οδήγησε ως την κοντινότερη ακτή για να κοιμίσει αυτό το πείσμα και να σκεφτεί καθαρά. Η πλανεύτρα θάλασσα την ταξίδεψε πίσω στο χρόνο, μα η νοσταλγία των αλύπητα εγκαταλειμμένων ψυχών την πίκρανε ξαφνικά τόσο πολύ που ο ουρανός σκοτείνιασε μεμιάς. Τ’ αστέρια, σαν αμείλικτα μαχαίρια, κομμάτιασαν την χλωμή ψυχή της δίχως έλεος και μετάνοιες, ώσπου τα δάκρυα έγιναν λυγμοί και η βροχή καταιγίδα. «Γνώριμος καιρός», σκέφτηκε και σκούπισε το πρόσωπό της μουδιασμένη. Ταραγμένη όπως ήταν άρχισε να τρέχει προς το αυτοκίνητο ουρλιάζοντας «Μα γιατί πάλι και εδώ; Άφησέ με ήσυχη να απολαύσω το χωριό! Άσε με!»

«Άσε με! Φύγε! Άσε με!», συνέχισε να φωνάζει, ώσπου το δυνατό παραμιλητό της ξύπνησε τον Αριστείδη που ευτυχώς ήταν συνηθισμένος στους καθημερινούς της εφιάλτες. Σηκώθηκε έντρομη μα συνάμα και ανακουφισμένη και τον ρώτησε αν παραμιλούσε. «Ξέρω, ξέρω. Έβλεπες πάλι εφιάλτη για τα χαμένα σου όνειρα, τις μάταιες σπουδές και τα λοιπά», της είπε. Εκείνη έγνεψε καταφατικά, παραλείποντας να του πει τί στ’ αλήθεια είχε ονειρευτεί. Ίσως ήθελε να αποκρύψει ότι ένα χρόνο μετά τη βασάνιζε ακόμα η μη αποδοχή του διορισμού της στο χωριό. Πήγε να ετοιμάσει καφέ και πρωινό για να πάρει δύναμη ώστε να κάνει μια ώρα κι ένα τέταρτο διαδρομή ως τα δικαστήρια του πνιγηρού Πειραιά.

Οι ημέρες και τα χρόνια της περνούσαν δίχως εντάσεις και σοβαρές έγνοιες, αφού τα χειρότερα έτσι και αλλιώς είχαν περάσει ανεπιστρεπτί. Η υγεία της ήταν καλή εδώ και αρκετά χρόνια, η δουλειά της μόνιμη, ο Αριστείδης πάντα εκεί κι όλο και κάποιος μικρός καλλιτεχνικός στόχος εμφανιζόταν στην σκακιέρα της ζωής της. Με το όχημα της φαντασίας της ταξίδευε συχνά σ’ εκείνο το πράσινο χωριό, ελπίζοντας ότι θα της ξανά δοθεί η ευκαιρία να κατοικήσει στην αγκαλιά της φύσης. Από το φανταστικό όχημα, όμως, έλλειπε ο δαίμονας. Αυτός που ακάλεστος και παρείσακτος θα την ακολουθούσε πάντα στην πραγματική ζωή, είτε του χωριού, είτε της πρωτεύουσας, υπενθυμίζοντας με τη σθεναρή παρουσία του ότι καμιά φύση μα ούτε και καμιά ερωτική συντροφιά δεν θα ήταν σε θέση να τον κατατροπώσει. Με ποιο δικαίωμα όμως θα την καταδίκαζε πάντα και παντού; Από πού αντλούσε αυτή την ακόρεστη εξουσία; Ήταν θλιβερό πεπρωμένο της ή τιμωρός ανεκπλήρωτων ονείρων; Θα ήταν άραγε συνοδοιπόρος της ακόμα κι αν είχε ακολουθήσει διαφορετικό μονοπάτι ζωής; Ή μήπως θα αποχωρούσε ευγενικά τη στιγμή που οι λησμονημένες λαχτάρες θα ικανοποιούνταν; Κι αν ήταν αργά;

Μια μέρα ξύπνησε αλλιώτικη. Δίχως να χρειάζεται απαντήσεις. Κι ας ήταν όλα απαράλλακτα. Η αποπνικτική ατμόσφαιρα της πρωτεύουσας, η φασαρία των ρυπαρών δρόμων, όλα τ’ ανεκπλήρωτα… Παρατήρησε στον καθρέφτη ότι τα μαλλιά της είχαν ασπρίσει κι άλλο. «Τί νόημα έχει;», ψιθύρισε. Και όντως, δεν είχε νόημα. Δεν είχε νόημα να προσπαθεί να διώξει τον αήττητο δαίμονα. Όσο πιο πολύ τον φοβόταν, τόσο τον ενδυνάμωνε. Θα ήταν πολύ πιο φρόνιμο να τον προσκαλέσει και να τον καλωσορίσει στο καθιστικό της, σαν μια καλή οικοδέσποινα. «Ίσως να είναι απλά το ανικανοποίητο της ανθρώπινης φύσης», σκέφτηκε κι ευθύς αμέσως πήγε στην κουζίνα να ψήσει δυο καφέδες.

«Ίσως και όχι»

Σχολιάστε