Μια διαδρομή μετρό, μια ζωή γεμάτη ανατροπές και ένα άσυλο που δεν βρίσκεται πάντα εκεί όπου το αναζητάμε. Ανάμεσα σε αναμνήσεις, απώλειες και ανεκπλήρωτα όνειρα, μια γυναίκα αναμετριέται με το παρελθόν της και αναζητά το θάρρος να αποδεχτεί τον εαυτό της και να ξεκινήσει ξανά.
Οι αναμνήσεις από τις στιγμές που έζησε στο γραφείο Ασύλου χοροπηδούσαν πλέον απρόσκλητες στο πλημμυρισμένο από εικόνες άψυχων δικογραφιών μυαλό της. Οι απόκοσμες συνήθειες φυλών της Αφρικής και η ανησυχία των ψαράδων της Αιγύπτου για την προίκα της μικρής τους αδερφής φάνταζαν πια σαν στιγμιότυπα του τελευταίου κεφαλαίου ενός βιβλίου που κατ’ ανάγκη τη συντρόφευε στην απρόσμενα συνηθισμένη πλέον διαδρομή μετρό Ηλιούπολη-Δημοτικό Θέατρο. Μια διαδρομή που την οδηγούσε μακριά από το άγχος που συχνά εξουσίαζε τις συνεντεύξεις ασύλου με υπόκρουση την μελωδική αφρικανική διάλεκτο λινγκάλα και πιο κοντά σε μία ρουτίνα που υπό άλλες συνθήκες θα φάνταζε ως μια ελκυστική διέξοδος προς την πολυπόθητη κανονικότητα. Εξαρχής ήξερε καλά ότι δεν επρόκειτο να της λείψουν μόνο τα ονόματα των φυλών της Σομαλίας που της προκαλούσαν πονοκέφαλο ή η πολυλογία των Παλαιστινίων ούτε μόνο ο πύργος της Βαβέλ όπου κατοίκησε ανενόχλητη για έξι ολόκληρα χρόνια.
Η ατέλειωτη αυτή διαδρομή μετρό την είχε οδηγήσει μακριά κι από το σπάνιο εκείνο χιούμορ που παραμόνευε πάντα στα πολυσύχναστα γραφεία καταγραφών, συντονισμού και επιδόσεων, λες και είχε βάλει κι αυτό διάπλατα την υπογραφή του σε σύμβαση ορισμένου χρόνου του Υπουργείου Μετανάστευσης. Νοσταλγούσε ακόμα και τον κατακλυσμό γκρίνιας της μεγάλης αίθουσας, όσο απολάμβανε την ησυχία του γραφείου κατηγορητηρίων της Εισαγγελίας. Ήταν αδιαμφισβήτητα τυχερή που απαλλάχτηκε από το ασήκωτο εκείνο βάρος του αέναου φόβου μη ανανέωσης της σύμβασής της. Αυτό το βάρος της ήταν ήδη γνώριμο υπό άλλη πολύ πιο δυσβάσταχτη μορφή, για πολλά χρόνια πριν δεχθεί το ανέλπιστο εκείνο τηλεφώνημα από την Υπηρεσία Ασύλου που της άνοιξε το δρόμο για μια νέα ζωή μακριά από διαταραγμένους ψυχικά εργοδότες που είχαν εξασθενήσει κάθε ελπίδα της να πείσει-ποιόν άραγε;- ότι άξιζε την αποδοχή που από μαθήτρια ακόμα ονειρευόταν. Τώρα πια συνειδητοποιούσε την ματαιότητα αυτού του ονείρου και λυπόταν πολύ που είχε αφήσει για τόσες δεκαετίες το φόβο να την καταρρακώνει, σαν ένας ακόμα κακοποιητικός εργοδότης που είχε βάλει υποσυνείδητα ως στόχο να αφανίσει κάθε εναπομείναν ίχνος της έτσι κι αλλιώς κλονισμένης από παιδί αυτοπεποίθησής της, μόνο και μόνο για να νιώσει το αχρείαστο αυτό αίσθημα εξουσίας που θα απάλυνε τους δικούς του ανεξερεύνητους φόβους.
Ανακύκλωνε αταβιστικά σχεδόν στο μυαλό της ότι θα ήταν όλα αλλιώς αν είχε μεριμνήσει να γίνει δικαστική γραμματέας από τότε που ξεμπέρδεψε κακήν κακώς από τις άγευστες σπουδές νομικής που αποδείχθηκαν εκ των υστέρων το χειρότερο καρκίνωμα που έμελλε να στιγματίσει την σωματική και ψυχική υγεία της και την παρέσυραν οριστικά μακριά από τον εαυτό της και τις τέχνες που τόσο αγαπούσε. Όχι ότι την έλκυε η γραφειοκρατία του Δημοσίου-άλλα ονειρευόταν για τη ζωή της!- αλλά τουλάχιστον θα εγκαθιδρυόταν εγκαίρως το απαραίτητο εκείνο θεμέλιο για να πάψει να τρέμει από φόβο για το μέλλον και να αναζητήσει τί πραγματικά την έκανε ευτυχισμένη. Αν όμως τα πράγματα είχαν γίνει όντως διαφορετικά, θα είχε χάσει μια για πάντα την ευκαιρία να βιώσει όλες εκείνες τις ανεπανάληπτες εμπειρίες που της πρόσφερε το γραφείο Ασύλου που αν και αρχικά έκανε την εμφάνισή του σαν μια απλή ανάσα ζωής, σήμερα βασιλεύει στο μυαλό της σαν βγαλμένη από σινεφίλ ταινία ονειρική ανάμνηση ζωής. Δεν ήταν βέβαιη ότι αυτό που πραγματικά την άγγιζε στις συνεντεύξεις ασύλου ήταν ο πόνος των μεταναστών που η πείνα, τα βασανιστήρια κι οι βιασμοί τους οδήγησαν σε ξένη χώρα, όπου ένιωθαν και πάλι παρείσακτοι, όσο ο πόνος που η ίδια ακόμα κουβαλούσε από το δικό της παρελθόν. Ποτέ κανείς δεν θα τολμούσε να υπονοήσει ότι ήταν το ίδιο, ωστόσο για λόγους επιείκειας που μόνο η ίδια θα μπορούσε να εξηγήσει, επέτρεψε στον εαυτό της να παραλληλίσει ανεπαίσθητα τις δύο εντελώς διαφορετικές συνθήκες. Ίσως το γεμάτο αγωνία βλέμμα αυτών των ανθρώπων να ήταν μια ευκαιρία να αφουγκραστεί τη δική της άβυσσο και αγωνία. Ακούγοντάς τους, καταλάβαινε ότι κι η ίδια αναζητούσε ένα δικό της αλλιώτικο άσυλο. Ένα φωτεινό άσυλο μακριά από την σκοτεινιά της απομόνωσης, της εγκατάλειψης και της απόρριψης των διαφορετικών ιδεών της. Το βρήκε άκοπα κι αβίαστα στην κοινότητα συναδέλφων που μπορούσαν παρέα να αποδεχτούν ως απολύτως αξιόλογο και απαρέγκλιτα κανονικό τον μετανάστη, τον ομοφυλόφιλο, τον ψυχικά ασθενή, τον άνεργο, τον αποτυχημένο, τη γυναίκα που δεν προορίζει τον εαυτό της για μάνα κι όποιον δεν κατευνάζει τον υπαρξιακό του φόβο με θρησκευτικές αγκυλώσεις. Και τώρα που με βαριά καρδιά έπρεπε να αφήσει πίσω της όλους αυτούς, τί θα ακολουθούσε;
H διαδρομή μετρό Ηλιούπολη-Δημοτικό Θέατρο έμελλε να την συνδέσει με μία συναισθηματική διαδρομή που πιθανόν και να μην είχε ακόμα καταφέρει να διανύσει, παρά την ναρκισσιστική πεποίθησή της για το αντίθετο. Ήταν πια η ώρα για εκείνη να αποδεχτεί τα σκοτάδια και όσων απέρριπταν την διαφορετικότητα του δικού της ασύλου. Πάνω από όλα όμως τελικά, ήταν η ώρα να αρχίσει να πραγματοποιεί τα καινούρια της όνειρα, χωρίς μακρόσυρτες αναβολές, παρείσακτους θυμούς και απάνθρωπες ενοχές που θα την καθιστούσαν και πάλι «αιτούσα άσυλο».