Ένα κοριτσάκι, ένα πιάνο και μια υπόσχεση που κανείς δεν θυμόταν πια. Ώσπου, ύστερα από χρόνια σιωπής, κάποιος επέστρεψε. Μα ήταν άραγε πολύ αργά για να ξαναρχίσει η ζωή;
Την ημέρα που τη γνώρισα έκλαιγα από τη χαρά μου. Αυτό το μικρό γλυκό κοριτσάκι με κοιτούσε με ανεξάντλητο θαυμασμό. Σαν να ήμουν ο κρυμμένος θησαυρός της. Ένας θησαυρός που τόσο πολύ είχε ανάγκη για να νιώσει θαλπωρή. Κι η δική μου ζωή απέκτησε νόημα εκείνη τη μέρα. Ως τότε είχα βαρεθεί να στέκομαι άπραγο σε εκείνο το κρύο μαγαζί, ανάμεσα σε εξίσου δυστυχισμένα πιάνα και άψυχες μοναχικές κιθάρες. Επιτέλους θα άρχιζε η ζωή που πάντα ονειρευόμουν. Το όμορφο κοριτσάκι θα μ’ αγαπούσε, το ένιωθα. Η λαχτάρα μου να ζωντανέψω μέσα σ’ αυτό το ζεστό σπίτι θόλωνε την κρίση μου τόσο πολύ που ήμουν πεπεισμένο ότι δεν θα έμενα ποτέ ξανά μόνο. Κάποτε ένα όμορφο βιολί που στεκόταν ασάλευτο στο κρύο μαγαζί, μου είχε μιλήσει για ιστορίες μουσικών οργάνων που κατέληξαν μόνα, σκονισμένα και ξεκούρδιστα μέσα σε σαλόνια που άλλοτε έσφυζαν από ζωή και παιδικές φωνές. Όμως εγώ ουδέποτε είχα δώσει σημασία στις λυπητερές ιστορίες αυτού του σαλεμένου από την πίκρα βιολιού. Ήμουν σίγουρο ότι άπαξ και έβρισκα ένα δικό μου σαλόνι, η ευτυχία που είχα ονειρευτεί θα ήταν δώρο χωρίς επιστροφή.
Πράγματι, τα πρώτα χρόνια ήμασταν πολύ ευτυχισμένοι το κοριτσάκι και εγώ. Το βλέμμα της περιεργαζόταν με περίσσιο ζήλο κάθε νότα που διάβαζε στα πολύχρωμα βιβλία που στήριζε πάνω μου με περηφάνια. Η χαρά που της πρόσφερα όταν έβγαιναν ήχοι από τα σπλάχνα μου ήταν απερίγραπτη. Η αλήθεια είναι ότι διέκρινα στην ψυχή της μια ανησυχία κάθε φορά που δυσκολευόταν να ζωντανέψει τις μελωδίες έτσι ακριβώς όπως τις δίδασκε η γλυκιά δασκάλα με το φουντωτό μαλλί, αλλά ουδόλως πτοούμουν καθώς ήμουν ανυποψίαστο τότε. Καθώς περνούσαν τα χρόνια, αντιλήφθηκα ότι αποτελούσα αναπόσπαστο μέρος των ονείρων αυτού του μικρού γλυκού και αστείρευτα ονειροπόλου κοριτσιού. Φανταζόταν ότι θα ενηλικιωνόμασταν μαζί παρέα με τις μελωδίες του Ντεμπυσί και του Σούμαν κι ότι θα ερχόταν η μέρα που θα έκανε περήφανη την γλυκιά δασκάλα με το φουντωτό μαλλί. Παρότι με κούραζε η επιμονή της να επαναλαμβάνει ξανά και ξανά τις ίδιες μουσικές για να τις τελειοποιήσει ώστε να συμμετέχει στις επιδείξεις και τις εξετάσεις του ωδείου, εγώ την εμπιστευόμουν σαν τυφλωμένος θαυμαστής. Ποτέ δεν την αμφισβήτησα και πάντα την υπηρετούσα ακούραστα. Ήμουν σίγουρο ότι μεγαλώνοντας, θα εξακολουθούσε να βρίθει από ευτυχία, όπως εγώ. Είχα την αυταπάτη ότι εγώ, ο άλλοτε κρυμμένος θησαυρός της, της ήμουν αρκετό για να νιώθει χαρούμενη και ασφαλής. Όμως, όχι.
Μεγαλώνοντας το κοριτσάκι ένιωθε όλο και πιο μόνο παρότι ήμουν πάντα εκεί γι’ αυτήν. Αυτή η μοναξιά πλήγωνε βαθιά τις ευαίσθητες χορδές μου. Ποια αυταπάτη θα γέμιζε αυτό το κενό; Σαν τις σειρήνες του Οδυσσέα, τα ποικίλα ερεθίσματα που αντλούσε από το οικογενειακό της περιβάλλον, πλάνεψαν την ευάλωτη ψυχή της. Η γλυκιά δασκάλα με το φουντωτό μαλλί κι εγώ πάψαμε να αποτελούμε γι’ αυτήν πηγή έμπνευσης, συγκίνησης και ονείρων. Ως έφηβη ήθελε ή έπρεπε να γίνει σαν τις άλλες. Σαν αυτές που έγραφαν οι εφημερίδες ότι πέτυχαν στις καλύτερες πανεπιστημιακές σχολές. Ήθελε ή έπρεπε όταν μεγαλώσει να γίνει πετυχημένη, πλούσια, ανεξάρτητη και χίλιες δυο άλλες ματαιότητες που φύτεψαν δίχως έλεος στο παιδικό της μυαλό. Γιατί έπρεπε να θυσιάσει εμένα για να τα καταφέρει όλα αυτά; Γιατί εγώ, η μοναδική ηλιαχτίδα στον μοναχικό παιδικό της βίο, της ήμουν βάρος; Μουδιασμένη όπως ήταν από το άγχος, με αναζητούσε όλο και πιο λίγο. Βαθιά μέσα μου ήξερα ότι δεν θα γινόταν ποτέ ευτυχισμένη μακριά μου. Μακάρι να είχα καταφέρει τότε να ζωντανέψω και να της το πω. Για κάποια χρόνια συνέχισε να παίζει μαζί μου, μελετώντας τις νότες των βιβλίων με άψυχο βλέμμα, σαν χαλασμένο ρομπότ, σαν κατευθυνόμενη μαριονέτα. Οι άρρυθμες μελωδίες μας έμοιαζαν πια με ήχους ξεψυχισμένων πουλιών. Η σχέση μας είχε γίνει καταναγκαστικό έργο, καθώς έπρεπε να μάθει απ’ έξω τις παρτιτούρες για τις εξετάσεις της χρονιάς. Συνέχιζε να πηγαίνει στο ωδείο γιατί για κάποιο λόγο θεωρούσε πως έτσι πρέπει. Δυστυχισμένο καθώς ήμουν στη θέα της βασανισμένης της ψυχής, αναρωτιόμουν γιατί επέλεγε να βασανίζει και εμένα. Γιατί δεν με παρατούσε στην μοναξιά μου; Δεν άντεχα να βλέπω όλη της την αγάπη για μένα να μετατρέπεται σε μίσος. Ήθελα να πεθάνω. Υπήρξαν στιγμές που αναπόλησα ακόμα και την παρέα μ’ εκείνο το πικρόχολο βιολί στο κρύο μαγαζί.
Το κοριτσάκι ενηλικιώθηκε κι έφυγε από την πόλη. Παρότι με είχε πικράνει, ευχήθηκα να είναι ευτυχισμένη εκεί που θα πάει και δεν έπαψα να την αγαπάω. Έμεινα μόνο, σκονισμένο και ξεκούρδιστο μέσα στο σαλόνι που άλλοτε έσφυζε από ζωή και παιδικές φωνές, όπως ακριβώς είχαν μείνει και τα μουσικά όργανα τις ιστορίες των οποίων μου είχε αφηγηθεί το βιολί. Το κοριτσάκι ερχόταν μόνο στις γιορτές και μου έριχνε κλεφτές λυπημένες ματιές. Με το πέρασμα των χρόνων, το βλέμμα της γινόταν ολοένα και πιο άδειο. Πέρασαν έτσι πέντε, δέκα, είκοσι και βάλε χρόνια. Ουδέποτε εκπλήρωσε τα εφηβικά της όνειρα.
Μια μέρα, στα πενήντα της, ήρθε μετανιωμένη να με βρει και να με πάρει μαζί της. Κάθισε στο απείραχτο σκαμπό μου, έβαλε τα χέρια της στα ασπρόμαυρα πλήκτρα μου κι άρχισε να παίζει κλαίγοντας μια μελωδία του Μέντελσον. Εκείνη τη μέρα είδα ξανά στα γεμάτα δάκρυα μάτια της τον παιδικό ζήλο για τις νότες που διάβαζε στα πολύχρωμα βιβλία, τον ανεξάντλητο θαυμασμό για τον κρυμμένο της θησαυρό και την χαρά που της προσέφεραν οι ήχοι που έβγαιναν από τα σπλάχνα μου. Την επόμενη μέρα το κοριτσάκι πέθανε ευτυχισμένο αλλά εγώ ξαναγεννήθηκα.